Λεξικό ορολογίας

Γιαπωνέζικοι όροι που απαντούνται στο κείμενο

γκέισα Επαγγελματίας της διασκέδασης ανδρών των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Ασχολούνταν με τσάι, μουσική, χορό, αλλά τίποτα παραπέρα!

Γουασαμπι wasabi: αυτό που σου τινάζει το μυαλό στον αέρα. Πιο συγκεκριμένα, η "μουστάρδα" ας πούμε, της Γιαπωνέζικης κουζίνας που δίνει μιας καυτερή γροθιά στο σουσι σου και σε κάνει να το καταπιείς με τσ' μιας!

Edo: Το όνομα του Τόκιο πριν το 1886 που σηματοδοτεί το τέλος της φεουδαρχίας (σογκουνάτου) και αναφέρεται και στην εποχή Edo (1603-1868), εποχή άνθισης των γραμμάτων και των τεχνών.

Ιζακαγια (izakaya): ταβέρνα. Η έμφαση είναι στο ποτό, αλλά μπορείς να φας πολύ καλά

Oνσεν: Ιαματικά λουτρά. Νερό που θερμαίνεται από τα ηφαίστεια τους

Ρανγκάκου: Το να παίρνεις γνώση από τους Ολλανδούς (οι πρώτοι και οι μόνοι Δυτικοί που είχαν πρόσβαση σε Ιαπωνία την περίοδο 1640-1850) rangaku

Σάκε : το Γιαπωνέζικο "τσίπουρο": αλκοολικό ποτό από αποσταγμένο ρύζι (περιεκτικότητα αλκοόλ 15-25%)

Σάκουρα (sakura): η ανθοφορία της κερασιάς, που γιορτάζεται με πάθος σ' όλη τη χώρα, με φωτογράφηση των ανθών και με τους ανθούς, πικ νικ στη σκια των ανθισμένων, εκδρομές, ποιητικό και απεικονιστικό οίστρο και, πλέον, τουριστικές ορδές.

Σαμουράι Πολεμιστές στη δούλεψη των σογκούν, φημισμένοι για τις πολεμικές τους ικανότητες. Είχαν έναν αυστηρό κώδικα πολεμικής ηθικής που τους επέβαλε το τελετουργικό χαρακίρι για τη διαφύλαξη τη τιμής τους.

Σασίμι: ωμό ψάρι, καμιά φορά μαριναρισμένο. Αυτό που θα λέγαμε σουσι, αλλά χωρίς το ρύζι.

Shinkansen: Το υπερταχές Γιαπωνέζικο τρένο που πιάνει μέχρι και 300χμ/ω!

Σογκούν Αρχιστράτηγος κατά το Γιαπωνέζικο μεσαίωνα. Οι διάδοχοι ή σφετεριστές τέτοιων φαγωνόντουσαν για κάπου 7 αιώνες, όταν ο αυτοκράτορας είχε μείνει μπιμπελό.

Σούσι: μια μπαλίτσα ρύζι με ένα κομμάτι ωμό ψάρι από πάνω. Τρώγεται με σάλτσα σόγιας, γουασαμπι κι άλλα καυτερά.

Σοτζι: πολύπτυχα διαχωριστικά εσωτερικού χώρου (παραβάν), από ξύλο και χαρτί. Συχνά στολισμένα με παραδοσιακά σχεδιαστικά θέματα.

τατάμι: ψάθινο πατάκι με το οποίο στρώνουν τα πατώματα. Πατάς ξυπόλυτος.

Χαϊκού (haiku): ποίημα μινιμαλιστικης μορφής: 7-5-7 συλλαβές, με θέμα που συνήθως επικεντρώνεται στη φύση, αποθανατιζει τη στιγμή και ενέχει ένα στοιχείο έκπληξης προς το τέλος. Οι μετρ του είδους έχουν πει μεγάλες σοφίες στις 19 συλλαβές. Μπορεί και να ακούγεται καλά, στα Γιαπωνέζικα. Στα ελληνικά, ποιητικός λόγος ταιριάζει καλύτερα σε 15-συλλαβο (βλ. μαντινάδες)

Χανάμι (hanami) : το να κάνεις πικ-νικ κάτω απ' τις κερασιές την εποχή της Σακουρα

Χένρο (henro): προσκυνητής που κάνει την διαδρομή των 88 Βουδιστικών ναών. Διακρίνεται από το άσπρο πανωφόρι/γιλέκο, την ψηλή μαγκούρα, το ψάθινο καπέλο.